Author

Τηλέμαχος Αλιάδης

Τηλέμαχος Αλιάδης has 10 articles published.

FUGU

in Cinematography/Culture by

To Fugu είναι μία μικρού μήκους animation ταινία, του 2012, από τον τριτοετή φοιτητή Arthur Philippe της Σχολής Supinfocom, στην Αρλ της Γαλλίας. Η διάρκεια της ταινίας είναι κάτι παραπάνω από ένα λεπτό, παρ’όλα αυτά ο εκκολαπτόμενος σκηνοθέτης καταφέρνει με επιτυχία να θίξει με έναν πρωτότυπο και απλό τρόπο τη σχέση Φύση – Πολιτισμός.

Το fugu είναι ένα ιδιαίτερο ψάρι, εξαιρετικά επικίνδυνο για τον άνθρωπο, καθώτι είναι δηλητηριώδες περιέχοντας τοξικές ουσίες που κρύβονται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματός του. Παραταύτα αποτελεί ένα από τα πιο εκλεκτά πιάτα της ιαπονικής κουζίνας.  Οι σεφ, που αναλαμβάνουν τη προετοιμασία του συγκεκριμένου πιάτου, θα πρέπει να έχουν ακολουθήσει μία εκπαίδευση της οποίας η διάρκεια μπορεί να φτάσει μέχρι και τα εφτά έτη! Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι από το 1984, έχει απαγορευτεί η διάθεση και η κατανάλωση του συκωτιού του fugu, καθώς αφενός θεωρείται ότι είναι το πιο γευστικό κομμάτι του ψαριού, αφετέρου όμως είναι και το πιο επικίνδυνο.

Πόσο παρανοϊκά λοιπόν φαίνεται να φέρεται ο γαστρονομικός μας πολιτισμός μπροστά σε ένα πλάσμα το οποίο, όταν στρεσάρεται, φουσκώνει το σώμα του με νερό ή αέρα, γίνεται μπαλόνι και… χάνεται !

Lavatory – Lovestory

in Cinematography/Culture by

Το “Lavatory – Lovestory” (πρωτότυπος τίτλος: Ubornaya istoriya – lyubovnaya istoriya) είναι μία μικρού μήκους animation ταινία του 2007, από τον Ρώσο σκηνοθέτη Konstantin Bronzit. Πρόκειται για μία πολυβραβευμένη ταινία σε διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ενώ το 2009 κέρδισε μία υποψηφιότητα για Όσκαρ.

Lavatory – Lovestory λοιπόν είναι μία ιστορία αγάπης που λαμβάνει χώρα μέσα σε μία δημόσια τουαλέτα. Μέσα από ένα μινιμαλιστικό και κομψό σχέδιο, ο σκηνοθέτης φροντίζει να μας δείξει πως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αγάπης είναι ότι μπορεί να σκάσει από εκεί που δεν το περιμένουμε. Όπως επίσης, ότι μπορεί να βρίσκεται ανέλπιστα κοντά μας, ενώ εμείς την ψάχνουμε, απελπισμένα, μακριά μας…

Lavatory – Lovestory λοιπόν, κι όταν η αγάπη χτυπάει κόκκινο “срочно требуется работник”, που σημαίνει “ζητείται επειγόντως υπάλληλος” !

Destiny

in Cinematography/Culture by
 
Το Destiny είναι μία μικρού μήκους animation ταινία, του 2012, σε σενάριο, σκηνοθεσία και σχέδιο του Γάλλου Fabien Weibel, με τη βοήθεια των συμφοιτητών του: Sandrine Wurster, Victor Debatisse και Manuel Alligné, στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών τους σπουδών στη Σχολή Bellecour της Λυών.

Είναι δυνατόν να αλλάξουμε το πεπρωμένο μας; Τι σημαίνει πεπρωμένο; Τι σημαίνει αλλαγή; Αυθόρμητα, έρχονται στις σκέψεις μας τα λόγια του André Malraux: «Η τραγωδία του θανάτου έγκειται στο γεγονός ότι μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο».

Το Destiny επιχειρεί, μέσα σε 5 λεπτά και βασιζόμενο στην εμπνευσμένη τεχνική της mise-en-abîme (εικόνα που εμπεριέχεται μέσα στην εικόνα), να βρει μία λύτρωση στο σκοτεινό παιχνίδι μεταξύ ντετερμινισμού και υπαρξισμού. Στον δρόμο μας, είμαστε οι οδηγοί ή απλά προχωράμε οδηγημένοι; Είμαστε, άραγε, υπεύθυνοι για τις πράξεις μας;

Σύμφωνα με τα λόγια του Γερμανού φιλοσόφου – πρίγκιπα του πεσσιμισμού, Arthur Schopenhauer : « δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας, είμαστε όμως ένοχοι »…

Vincent

in Cinematography/Culture by


« Vincent » είναι η πρώτη ταινία του Tim Burton. Είναι μία μικρού μήκους stop-motion ταινία τρόμου, του 1982, σε σενάριο, σχέδιο και σκηνοθεσία του ιδίου. Η ταινία βασίζεται σε ένα ποίημα που είχε γράψει ο σκηνοθέτης, ένα ποίημα – φόρος τιμής στον ηθοποιό Vincent Price, που υπήρξε το είδωλο και ο αγαπημένος καλλιτέχνης των παιδικών του χρόνων. Στην ταινία, η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον Price!

To « Vincent » είναι μία ιστορία ταυτίσεων και μεταμορφώσεων: ένα εφτάχρονο αγόρι, ο Vincent Malloy, φαντάζεται ότι είναι ο Vincent Price. Όσο ο μικρός Vincent ταυτίζεται με τον μεγάλο Vincent, τόσο η παιδική πραγματικότητά του μεταμορφώνεται σε έναν ζοφερό κόσμο, συναρμολογημένο από εικόνες των ιστοριών του Edgar Allan Poe.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία είναι το παιδικό πορτρέτο του ίδιου του Burton. Όπως επίσης, μέσω της ταινίας πραγματοποιείται και ένα παιδικό του όνειρο: να γνωρίσει από κοντά τον ήρωά του, τον Vincent Price. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραπάνω συνεργασία τους υπήρξε και η αφετηρία μιας πολύ στενής φιλίας που κράτησε μέχρι τον θάνατο του Price, το 1993.

« Vincent » λοιπόν και είθε όλα τα παιδικά μας όνειρα κάποτε να πραγματοποιηθούν!

Το παιχνίδι του Τζέρι

in Cinematography/Culture by

Το παιχνίδι του Τζέρι (πρωτότυπος τίτλος: Geri’s Game) είναι μία οσκαρική μικρού μήκους animation ταινία του 1997, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τσέχου Jan Pinkava. Η μουσική επένδυση, που ακούγεται στο βάθος καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, είναι η περίφημη Flambée Montalbanaise του Gus Viseur. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη παραγωγή της Pixar όπου ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας είναι ανθρώπινος.

Η πρωτόπλαστη, λοιπόν, αυτή φιγούρα ονομάζεται Τζέρι και είναι ένας αξιαγάπητος παππούλης που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, φαίνεται να μην έχει ακόμη λυτρωθεί από τον διχασμένο του εαυτό. Πόσο δύσκολο τελικά είναι να συμφιλιωθεί κανείς με τον εαυτό του; Αλλά και πόσο εύκολα, εν τέλει, μπορεί και να γίνεται…

Το παιχνίδι του Τζέρι μάς δίνει μία απάντηση, θυμίζοντάς μας ωστόσο τη γνωστή βέλγικη παροιμία: «η εμπειρία είναι μια χτένα που μας δίνει η φύση, όταν έχουμε πια χάσει τα μαλλιά μας».

Άλμπατρος

in Cinematography/Culture by

Το Άλμπατρος είναι μία μικρού μήκους animation ταινία, σκηνοθετημένη από τους Alex Karonis, Alex Jeremy και Joel Best. Η ταινία γυρίστηκε στο ακαδημαϊκό πλαίσιο του τελευταίου έτους των σπουδών τους, στο University of Technology του Σίδνεϊ.

Τα άλμπατρος είναι μεγάλα θαλασσοπούλια, το όνομά τους ετυμολογικά σημαίνει «δύτης», και, όπως πίστευαν οι παλιοί ναυτικοί, το χαμηλό πέταγμά τους γύρω από ένα καράβι θεωρείται καλός οιωνός για το ταξίδι. Ωστόσο, στα αγγλικά, η μεταφορική χρήση της λέξης σημαίνει επίσης «ψυχολογικό βάρος το οποίο βιώνεται ως κατάρα». Αυτή λοιπόν η αμφισημία έρχεται να αντικατοπτρίσει την εσωτερική σύγκρουση που χαρακτηρίζει τον πρωταγωνιστή αυτής της μικρής ιστορίας.

Έμπνευση για τη δημιουργία του Άλμπατρος στάθηκε το ντοκιμαντέρ «Pharos of Chaos» το οποίο παρουσιάζει τη ζωή του Αμερικάνου ηθοποιού Sterling Hayden. Το ντοκιμαντέρ καλύπτει πολλούς και μακροσκελείς διαλόγους μεταξύ των Γερμανών σκηνοθετών και του Hayden, ο οποίος πια ζει σε μία μαούνα στην Ολλανδία. Αποκαλύπτοντάς τους την παθολογική σχέση του με το χασίσι και το αλκοόλ, ο ηθοποιός μιλάει για την ντροπή που νιώθει όταν χρειάστηκε να συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων κατά την περίοδο του Μακαρθισμού, την υπερηφάνειά του όμως για τις εμπειρίες που είχε ως ναύτης και, τέλος, για την περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζει τη λαμπρή του καριέρα στο Χόλιγουντ.

Άλμπατρος λοιπόν ή αλλιώς: « I fought against the bottle / but I had to do it drunk / Took my diamond to the pawnshop / but that don’t make it junk », όπως τραγουδάει ο Leonard Cohen.

Kinematograf

in Cinematography/Culture by

Το Kinematograf είναι η 6η ταινία του Πολωνού καλλιτέχνη Tomasz Bagiński. Πρόκειται για μία animation ταινία μικρού μήκους – έτος παραγωγής 2009 – της οποίας το σενάριο βασίζεται στο εικονιστόρημα « Rewolucje 3: Monochrom» του Mateusz Skutnik.

Μέσα σε μία ατμόσφαιρα βικτωριανού παραμυθιού, παρακολουθούμε την καθημερινότητα ενός ζευγαριού, του Francis και της Elizabeth, που ζει σε ένα απομακρισμένο και φιλήσυχο χωριό. O Francis είναι εφευρέτης και δουλεύει αφοσιωμένος και απομονωμένος μέσα στο ημίφως της σοφίτας του σπιτιού τους, ενώ η Elizabeth, τυπικός στυλοβάτης του σπιτιού, βρίσκεται διαρκώς παρούσα μέσα σε μία ηλιόλουστη κουζίνα. Ο Francis προσπαθεί να τελειοποιήσει το καινούριο του έργο: έναν προτζέκτορα που προβάλει έγχρωμες εικόνες με ήχο. Η Elizabeth, όσο ενθαρρύνει και στηρίζει τις προσπάθειες του συζύγου της, τόσο κρατάει κρυφή την προσωπική της αγωνία.

Όπως συμβαίνει και με το Fallen Art (η 3η ταινία του Bagiński), έτσι και το Kinematograf μάς φωτίζει μία οθόνη σκέψεων και προβληματισμών γύρω από το θέμα της αγάπης και του θανάτου. Με έντονη τη διάθεση της αυτοκριτικής, ο σκηνοθέτης δοκιμάζει να θίξει τη σημασία των σχέσεων μεταξύ του εγώ και ο άλλος, της διάνοιας και της ματαιότητας, του εφήμερου και του παντοτινού, της φύσης και του πολιτισμού.

Kinematograf ίσως λοιπόν και να σημαίνει, δανειζόμενοι τα περίφημα λόγια του Απόστολου Παύλου: « και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί »

Η ηλικιωμένη κυρία και τα περιστέρια

in Cinematography/Culture by

Η ηλικιωμένη κυρία και τα περιστέρια (πρωτότυπος τίτλος: La vieille dame et les pigeons) είναι μία μικρού μήκους animation ταινία του 1997, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γάλλου καλλιτέχνη Sylvain Chomet.

Η ταινία μας μεταφέρει στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60, παρουσιάζοντάς μας τη μοναχική ζωή ενός αστυνομικού. Ένας αστυνομικός πεινασμένος, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, εμφανίζεται σαν φάντασμα σε πάρκα, τουριστικά κέντρα και στους περίφημους μακρόστενους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας, εκτελώντας καχεκτικά και αδιάφορα τις καθημερινές περιπολίες του. Μία μέρα όμως, σε ένα πάρκο, παρατηρεί μία ηλικιωμένη κυρία να ταϊζει γενναιόδωρα κάποια περιστέρια. Στη θέα αυτή, ο αστυνομικός θα εμπνευστεί το κόλπο που θα του αλλάξει τη ζωή: να μεταμφιεστεί σε περιστέρι!

Η αισθητική της ταινίας διακατέχεται από το στοιχείο μιας ψυχρής τρέλας που μεθοδικά αναδύεται μέσα από στρώματα σουρεαλισμού και εξπρεσσιονισμού, θυμίζοντας τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του τσέχικου ή πολωνικού κινηματογράφου.

Η ηλικιωμένη κυρία με τα περιστέρια λοιπόν, είναι ένα μικρό, πολυβραβευμένο όμως, έργο που για στόχο έχει να αφουγκραστεί και να εκφράσει, με τόσο προσωπικό και αυθεντικό τρόπο, τον σύγχρονο τρόπο ζωής. «Γιατί αυτά τα ποτάμια / ξαφνικά κυλάνε στα μαγουλά μας / μες τη μυρμηγκοφωλιά / είναι η υπέρ-μοντέρνα μοναξιά», όπως θα πρόσθετε ο Γάλλος τραγουδοποιός Alain Souchon.

Η Τέχνη της Πτώσης

in Cinematography/Culture by

Fallen Art (πρωτότυπος τίτλος: Sztuka spadania, Η τέχνη της πτώσης) είναι μία μικρού μήκους ταινία του 2004, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Πολωνού αυτοδίδακτου καλλιτέχνη, Tomasz Bagiński. Στην ταινία, συμμετέχει το τσιγγάνικο συγκρότημα χάλκινων πνευστών, Fanfare Ciocărlia, με το τραγούδι τους «Asfalt Tango». Το 2006, η ταινία κέρδισε το βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογραφικών και Τηλεοπτικών Τεχνών.

Η Τέχνη της Πτώσης παρουσιάζει την ιστορία του Στρατηγού Α. Ένας αυτό-αποκαλούμενος καλλιτέχνης που συνεργάζεται με τον Dr. Johann Friedrich και τον Λοχία Αλ για την δημιουργία μιας stop-motion ταινίας. Το χαρακτηριστικό της τεχνικής του stop-motion συνίσταται στο να διαμορφώνουμε, μέσω μιας σειράς φωτογραφικών λήψεων, την κίνηση ενός ακίνητου σώματος με τρόπο που να φαίνεται ότι κινείται από μόνο του και αυτοβούλως.

Το παραπάνω χαρακτηριστικό, λοιπόν, είναι ένας από τους πολλούς συμβολισμούς που συνθέτουν την αισθητική, με την τόσο έντονη πολυσημία, αυτής της μικρού μήκους ταινίας.

Fallen Art λοιπόν ή αλλιώς: « το πίπτειν ανθρώπινον, το εμμένειν εωσφορικόν, το μετανοείν θείον », σύμφωνα με τα λόγια του Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Η υπαρξιακή χάρη του backpacking

in Cosmos by

Ο Αμερικανός φωτογράφος Ace Kvale, το περασμένο φθινόπωρο, έγινε 60 χρονών. Για να το γιορτάσει, αποφάσισε να κάνει μία πεζοπορία 60 ημερών στην άγρια και ερημική φύση της Γιούτα και της Αριζόνα, με πιστό συνοδοιπόρο τον δεκάχρονο αυστραλιανής ράτσας σκύλο του, Τζένγκις Χαν (στη ζωή ενός σκύλου, οι 60 μέρες ισοδυναμούν μ’έναν ολόκληρο χρόνο). Επιπλέον, αυτήν τη φορά ο Ace επέλεξε να σχεδιάσει μία «door-to-door loop », δηλαδή μία διαδρομή της οποίας η αφετηρία και το τέρμα θα είναι η αυλόπορτα του σπιτιού του και η οποία θα εξελίσσεται, όσο το δυνατόν περισσότερο, σε ερημότοπους απάτητους, χωρίς ίχνη και πινακίδες και καθόλου μονοπάτια. Ο στόχος του λοιπόν ήταν να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα της Άγριας Φύσης, με τους δικούς της όρους, έχοντας απλά το δικό του προσωπικό GPS: Genghis Positioning System, όπως χιουμοριστικά αποκαλεί τον σκύλο του.

600 χιλιόμετρα μακριά, δύο νεαροί σκηνοθέτες, ο Forest Woodward και ο Brendan Leonard, μόλις είχαν δει τα νέα ντοκιμαντέρ του φεστιβάλ Telluride Mountainfilm, και αναρωτιούνταν τι ενδιαφέρον θα μπορούσανε οι ίδιοι να κάνουν. Ο Leonard σκέφτηκε να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για το περπάτημα – κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί να κάνει κάτι τέτοιο και άλλωστε δεν χρειάζεται οι καλές ιστορίες να έχουν κάτι το ακραίο και ασυνήθιστο. Πόσο βαρετό όμως θα ήταν να έβλεπες μία ταινία που δείχνει απλά κάποιον να περπατά; Εκτός και αν αυτός που περπατά έχει κάποιο ενδιαφέρον, σκέφτηκε ο Woodward. O Leonard λοιπόν, πέταξε την ιδέα για έναν τύπο που ετοιμάζεται να κάνει μία μεγάλη βόλτα με τον σκύλο του στην έρημο της Γιούτα. Μετά από συζητήσεις, αρκετά e-mails και τηλεφωνήματα, οι δύο σκηνοθέτες αφήσανε το Κολοράντο για να μεταφερθούν στο μικρό επαρχιακό σύμπαν του Ace και του Τζένγκις. Τους ακολουθήσανε λοιπόν σε μία πορεία μέσα από τις πιο άγριες περιοχές της νοτιοδυτικής Αμερικής, τους είδαν να παίζουν και να τραγουδούν ενώ διάνυαν μίλια και μίλια μονοπατιών, να ψάχνουν για πηγές πόσιμου νερού προκειμένου να επιβιώσουν στον λαβύρινθο των φαραγγιών και σε οροπέδια που λίγοι είχαν τολμήσει να εξερευνήσουν από την εποχή των Ανασάζι. Τους είδαν να περπατούν μέσα από το χιόνι, τη βροχή και τη ζέστη της ερήμου, ενώ το ολοένα και πιο τραχύ και σκουριασμένο χρώμα του παρουσιαστικού τους μαρτυρούσε την αβίαστη απορρόφησή τους από το απόκοσμο αυτό περιβάλλον. Τις νύχτες, των οποίων η απόλυτη σιωπή έσπαγε από τους ήχους της φωτιάς και των μακρινών καλεσμάτων των κογιότ, ο Ace τους διηγούνταν ιστορίες ενώ ο Τζένγκις, με προσαρμοσμένες όλες τις αισθήσεις του, παρακολουθούσε την κάθε κίνηση του ανθρώπου του. Έχοντας πια επιστρέψει στο σπίτι του Ace κι έχοντας ολοκληρώσει τα γυρίσματα, ο Woodward αναρωτήθηκε αν πράγματι είχαν γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ με θέμα το περπάτημα. Και αν όχι, τότε ποιo ήταν το θέμα;

Την απάντηση μπορεί ίσως να τη βρει μέσα στα λόγια του Γάλλου ομότεχνού του, Jean-Luc Godard, ο οποίος μας λέει: «Δεν είναι τα ζώα που είναι τυφλά, μα ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος, τυφλωμένος από τη συνείδηση, δεν είναι σε θέση να δει τον κόσμο. Ό,τι είναι έξω, έγραψε ο Ρίλκε, μπορεί να γίνει γνωστό μόνο μέσω του βλέμματος του ζώου. Και ο Δαρβίνος, επικαλούμενος τον Μπιφόν, υποστηρίζει ότι ο σκύλος είναι το μόνο ζωντανό πλάσμα που σε αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι αγαπά τον εαυτό του». Ο Ace σίγουρα θα συμφωνεί με τα παραπάνω λόγια, καθώς, όπως έχει δηλώσει, ενδιαφέρεται περισσότερο να περπατά σε τοπία που δεν φέρουν κανένα σημάδι πολιτισμού, που του επιτρέπουν δηλαδή να φαντάζεται τη Γη όπως ήταν πριν την εμφάνιση των ανθρώπων, προσπαθώντας έτσι να επικοινωνήσει με τη Φύση μ’ένα βαθύτερο και στοχαστικό τρόπο. Σχετικά, βέβαια, με τον Τζένγκις, ο Ace έχει μόνο ένα πράγμα να πει: «σημασία δεν έχει τι κάνουμε μαζί, αλλά ότι είμαστε μαζί! Είναι ο συγκυβερνήτης μου!»

 

Go to Top