Author

Άγις Κόντος

Άγις Κόντος has 7 articles published.

Ιστορίες ζύθου μέρος 4ο…

in Gastronomy by

Σκωτία… William Wallace, Highlands, αχανή πράσινα τοπία, μεσαιωνική ατμόσφαιρα, εγκάρδιοι άνθρωποι, whisk(e)y… Δεν θα μπορούσαν να μην κάνουν και μπύρα ολκής…

Στο τρίτο μέρος των Ιστοριών ζύθου, κάναμε εκτενή λόγο για έναν βρετανικό τύπο μπύρας, την Barley wine. Στο παρόν άρθρο, θα ταξιδέψουμε στο βόρειο τμήμα του νησιού, όπου θα συναντήσουμε την καταπράσινη και πολύπαθη Σκωτία και την ομώνυμη μπύρα της: enter Scotch ale.

Παρότι οι Άγγλοι είναι γνωστοί ανά τον κόσμο ζυθοπότες με αντίστοιχη κουλτούρα, και οι Σκωτσέζοι είχαν ασχοληθεί από πολύ νωρίς με τη «ζύμωση» και τα παράγωγά της. Το 1985, στο νησί του Ρουμ (Rum/Rhum), βόρεια του Εδιμβούργου, αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως μια στάμνα Πικτών (κελτικό φύλο, το βασίλειο του οποίου είναι το κράτος που εν τέλει έγινε γνωστό ως Άλμπα ή Σκωτία) από τη Νεολιθική εποχή, που χρονολογείτο γύρω στο 6500 π.Χ. Το σταμνί αυτό περιείχε υπολείμματα από κριθάρι, βρώμη, ερείκη, μέλι ερείκης, και διάφορα εγχώρια φυτά. Δεδομένου ότι το mead (υδρόμελο) είναι ίσως το αρχαιότερο ποτό, η παρουσία μελιού δεν προκάλεσε έκπληξη. H ερείκη, επίσης, σκεπάζει τους λόφους της Σκωτίας, οπότε no surprise there as well, ενώ τα δύο διαφορετικά σιτηρά δείχνουν ξεκάθαρα τη «ζυμωτική» τους δυνατότητα.

Οι Σκωτσέζοι, λοιπόν, ήταν κι αυτοί δεξιοτέχνες ζυθοποιοί, κι οι μπύρες που παρήγαν ήταν μια αντανάκλαση της χώρας τους. O τύπος κριθαριού τους είναι παρόμοιος με τον αντίστοιχο βρετανικό, αν κι οι κέλτες ισχυρίζονται ότι είναι πιο καλά προσαρμοσμένος στις δικές τους ale. Παραδοσιακά, έψηναν λίγο παραπάνω τη βύνη βάσης τους (pale ale base malt), και, ως εκ τούτου, οι μπύρες τους είχαν πιο βαθύ χρώμα, καστανοκόκκινο, βαθύ καστανό, και ενίοτε καστανόμαυρο, αλλά και πιο περίπλοκο προφίλ από τα αγγλικά «αδέρφια» τους.

Επίσης, κάτι που συνέβαλε τα μέγιστα, ώστε αυτές οι μπύρες να έχουν έναν πιο βυνώδη χαρακτήρα, ήταν το εξής: ο λυκίσκος είναι σχεδόν αδύνατο να καλλιεργηθεί στα εδάφη της Σκωτίας, και έτσι, αναγκάζονταν να τον εισάγουν. Ιστορικά, μια εποχή, ο λυκίσκος φορολογείτο πολύ υψηλά στη Σκωτία, εν αντιθέσει με τη βύνη, ενώ το αντίστροφο συνέβαινε στην Αγγλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάνουν μετριασμένη χρήση του «πράσινου χρυσού» της μπύρας, ίσα-ίσα για να εξισορροπήσουν την αίσθηση της βύνης, δημιουργώντας κάπως πιο γλυκούς και «στρογγυλεμένους» ζύθους.

Let’s take a closer look…

Scottish light ale. Αυτός ο τύπος είναι ιδιαιτέρως ελαφρύς, όπως μαρτυρά και το όνομά του, με αλκοόλ 2.5 – 5.0%, ήπια προς μέτρια βυνώδη γλυκύτητα, που θυμίζει καραμέλα, ενώ ενίοτε μπορεί να εντοπίσουμε στοιχεία καπνού και τύρφης, αλλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ο λυκίσκος σχεδόν απουσιάζει, ενώ η γενικότερη αίσθηση είναι ξηρή και γλυκιά. Κεχριμπαρένιο έως βαθύ χάλκινο χρώμα. Εξαιρετικά ευκολόπιοτος ζύθος.

Strong scotch ale/Wee heavy. Το βαρύ πυροβολικό της κελτικής κατηγορίας δεν φοβάται να δείξει τα έντονα βυνώδη δόντια του… Malt everywhere… Άρωμα και γεύση βύνης, με τον χαρακτήρα της καραμέλας να είναι κυρίαρχος, ενώ νότες καπνιστού/τύρφης, καμένης καραμέλας, σταφίδας και δαμάσκηνου, καθώς και ξηρών καρπών είναι δυνατό να εντοπιστούν σε πολλά δείγματα. Ο λυκίσκος φαίνεται ανεπαίσθητα έως καθόλου. Καστανό έως σκούρο καστανό χρώμα με ρουμπινί ανταύγειες. Μέτριο προς πυκνό σώμα, και γενικότερη πλούσια και γλυκιά αίσθηση, συνιστούν μια σύνθετη μπύρα που θα μπορούσε να αποτελέσει συνοδευτικό γλυκού. Αλκοολικός βαθμός 6.0 – 10.0%. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι η Wee heavy scotch ale  είναι η απάντηση στις αγγλικές  Barley wine, μιας και οι δύο τύποι ομοιάζουν αρκετά. Μια μπύρα που μας ζεσταίνει όμορφα και μας προκαλεί να βυθιστούμε στην ηδεία αδιαφάνειά της. A winter warmer…

Οι Σκωτσέζοι είναι φίλοι μας… Until next time, φίλοι ζυθολάγνοι…

Gypsy brewing: μια (ν)ομαδική υπόθεση…

in Gastronomy by

Αναντίρρητα, τα τελευταία χρόνια, ο χώρος του εγχώριου ποιοτικού ζύθου έχει γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και το λεγόμενο Gypsy Brewing, που για χρόνια έχει υπάρξει αναπόσπαστο κομμάτι της craft ζυθοκουλτούρας, σε Αμερική και Ευρώπη, προσφέροντας απλόχερα εξαιρετικές μπύρες ολκής.

Ωστόσο, τι είναι το Gypsy Brewing; Στους μη μυημένους, ο όρος μπορεί να ξενίσει κάπως, αλλά ας μην βιαστούν να βγάλουν τα συμπεράσματά τους, καθώς τα πράγματα είναι απλά: οι οικιακοί ζυθοποιοί (homebrewers), δουλεύουν συνεχώς πάνω στις συνταγές τους και την τελειοποίηση αυτών, αλλά δεν έχουν τις εγκαταστάσεις και τον ανάλογο εξοπλισμό, ούτως ώστε τα προϊόντα του κόπου τους να πάνε on a bigger scale. Συνεπώς, έρχονται σε επαφή με ένα μικροζυθοποιείο, το οποίο θα αναλάβει να παράγει μία ή και περισσότερες συνταγές τους, και γενικά θα φιλοξενήσει στους ζυθοβραστήρες του τις μπύρες τους. Simple as that… Έτσι, όπως και οι Αθίγγανοι ακολουθούν τον νομαδικό τρόπο ζωής, ταξιδεύοντας από μέρος σε μέρος, αναλόγως και οι Νομάδες ζυθοποιοί ταξιδεύουν από ζυθοποιία σε ζυθοποιία, ακολουθώντας το πάθος τους.

Η άποψή μας για το φαινόμενο της Νομαδικής ζυθοποίησης είναι αποκρυσταλλωμένη, και έγκειται στο εξής σκεπτικό: τα άτομα που ασχολούνται σοβαρά με την οικιακή παραγωγή μπύρας, αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν, κάτι που φαίνεται στο τελικό προϊόν τους. Ως εκ τούτου, είναι προς όφελος μιας μικροζυθοποιίας να «εκμεταλλευτεί» τους ταλαντούχους homebrewers, και με τη συμβολή τους να δημιουργεί ποιοτικές μπύρες, ενίοτε και πιο «πειραματικές», αυξάνοντας παράλληλα την ποικιλία των κωδικών της. Γι’ αυτό, support your local Gypsy brewers

Το «Τάδε έφη», λοιπόν, όντας εραστής της καλής μπύρας, αποφάσισε να φιλοξενήσει συνεντεύξεις των επονομαζόμενων Γυφτοζυθοποιών. Οι πρώτοι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας ήταν οι Satyr brews. Το ανήσυχό τους πνεύμα τους οδήγησε να αποταθούν αρχικώς στη μικροζυθοποιία Χίου, και εν συνεχεία στην πολύ καινούργια μικροζυθοποιία Noctua, που εδρεύει στον Κεραμεικό, προκειμένου να εκπληρώσουν τα μεγαλόπνοα σχέδιά τους. Πάμε να γνωρίσουμε τους σατυρικούς Νομάδες

 

  1. Καλησπέρα, Satyr Brews. Σας παρακαλώ, πείτε μου λίγα λόγια για το background σας.

Περιληπτικά, είμαστε ρεμπεσκέδες από τους λίγους. Αναλυτικότερα, το background και το παρελθόν μας, το origin story αν θες, χάνεται στα βάθη των χρόνων. Και δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μονάχα ότι πλέον είμαστε εδώ με απώτερο στόχο να προσφέρουμε στους εραστές του ποιοτικού ζύθου συγκινήσεις, που μέχρι τώρα κανένα ελληνικό ζυθοποιείο δεν προσέφερε.

 

  1. Πότε και από πού ορμώμενοι αρχίσατε να ασχολείστε με την οικιακή ζυθοποίηση;

Οτιδήποτε παράνομο μας ελκύει, και μόλις μάθαμε ότι η οικιακή ζυθοποίηση στην Ελλάδα είναι παράνομη, απλώς ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Είμαστε και υπέρ των καταχρήσεων, οπότε εννοείται δεν μας χάλασε και η ευκολία που σου παρέχει το homebrewing στο να έχεις πάντα τεράστιες ποσότητες μπύρας έτοιμες προς άμεση κατανάλωση.

 

  1. Τι σας ώθησε στο να ασχοληθείτε με το Gypsy brewing;

Πριν λίγα χρόνια βγαίναμε για μπύρες και αναγκαζόμασταν να πίνουμε ακριβές μπύρες εισαγωγής, διότι ο πήχυς στις ελληνικές ήταν πάρα πολύ χαμηλά, και οι περισσότερες επιλογές ήταν βαρετές (για να το πούμε ευγενικά). Πλέον, βγαίνουμε, πίνουμε γαμάτες μπύρες (μας) και τις πίνουμε και τσάμπα.

Ένα ακόμα κίνητρο να ασχοληθούμε ήταν ότι η αύξηση των μικροζυθοποιείων στην Ελλάδα είναι εκθετική. Είδαμε αυτή τη φούσκα και ως γνήσια λαμόγια αποφασίσαμε πως αν πρόκειται από κάπου να βγάλουμε εύκολο χρήμα, αυτό θα είναι από τις μπύρες. Αμέσως επενδύσαμε σε σεμινάρια ειδημόνων και σε ποιοτικές ομιλίες τύπου «Πώς να βγάλετε λεφτά από την μπύρα.». Είχαμε πλέον όλα τα εφόδια να ξεκινήσουμε.

 

  1. Τι αξιώσεις έχετε από αυτό το φιλόδοξό σας εγχείρημα, και κατά πόσο είστε ικανοποιημένοι από το τελικό αποτέλεσμα;

Δυστυχώς πάσχουμε από messiah complex, και έτσι θέλουμε να μυήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους ουρανίσκους στον υπέροχο κόσμο της κραφτ μπύρας. Δεν φταίει το κοινό αν δεν γνωρίζει τι θα μπορούσε να πίνει, χρειάζεται και να βρεθεί κάποιος που θα του συστήσει αυτό που του λείπει από τη ζωή του.

Τώρα, οι επιδόσεις κάθε παρτίδας, ο χρόνος που αυτή μένει σε μια αποθήκη ή κουμπωμένη σε κάποια κάνουλα, καθώς και οι κριτικές που λαμβάνουν οι μπύρες μας στα ίντερνετ, αποδεικνύουν ότι κάνουμε καλή δουλειά.

Ναι, είμαστε ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα, όμως ξέρουμε κάθε φορά τι βράζουμε, δεν μας κάνει εντύπωση η ποιότητα του αποτελέσματος.

 

  1. Πώς δέχθηκε το κοινό τις μπύρες σας;

Αν κρίνουμε από τα epic hangover horror stories που ακούσαμε, όλα πήγαν καλά.

Αν τα παραπάνω stories δεν είναι αρκετά, θα πούμε ότι το μεγαλύτερο site βαθμολόγησης μπύρας παγκοσμίως, το Ratebeer, μας ανέδειξε ως το καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο ζυθοποιείο στην Ελλάδα, μεταξύ 18 υποψηφίων, για το 2016. Η ναυαρχίδα μας Menace IPA φιγουράρει πλέον στην 29η θέση της λίστας με τις 50 καλύτερες IPA παγκοσμίως, ενω έχουμε τη μεγαλύτερη βαθμολογία μεταξύ των ελληνικών ζυθοποιείων στο πολύ δημοφιλές Untappd.

 

  1. Πώς βλέπετε την εξέλιξη/μέλλον του εγχώριου ποιοτικού ζύθου;

Όλα πάνε πολύ καλά. Καθώς η μετανάστευση των αμόρφωτων ανίκανων προς το εξωτερικό συνεχίζεται, οι δυνάμεις της υγιούς επιχειρηματικότητας έχουν επικρατήσει στην εγχώρια αγορά και η άμιλλα μηδενίζει το περιθώριο αρπαχτών. Γνώμονας όλων των ζυθοπαραγωγών είναι η ποιότητα, η πρωτοτυπία, η εξωστρέφεια – με μια λέξη, η ανταγωνιστικότητα. Το σταθερό οικονομικό περιβάλλον της ακμάζουσας χώρας μας μόνο ως αρωγός μπορεί να σταθεί, καταλύοντας την μεταστροφή του  πάντα ανήσυχου και οξυδερκούς Έλληνα καταναλωτή στην κατανάλωση προϊόντων υψηλού γαστριμαργικού πολιτισμού.

 

  1. Ποιες ελληνικές μικροζυθοποιίες έχετε ξεχωρίσει;

Είναι βαρετό να σου πούμε τις καλύτερες, θα σου πούμε τις χειρότερες. Βασικά ούτε κι αυτό θα σου πούμε, η ερώτηση πάσχει. Γενικότερα δεν ξεχωρίζουμε μικροζυθοποιίες, όσο προϊόντα αυτών.

Στη καρδιά μας εξέχουσα θέση έχει κερδίσει μια από τις καλύτερες μπύρες που έχουν παραχθεί στην Ελλάδα, η ACE της Septem που είχε παραχθεί έπειτα από παρότρυνση του βαρόμετρου της σκηνής, του landlord της Local Pub.

Μια μπύρα δεν είναι ανάγκη να εντυπωσιάζει και να είναι τελείως balls out, όπως η Menace, για να είναι καλή. Όταν θέλουμε να πιούμε μπύρα ροής από ελληνική micro, τότε η House Ale της Χίου είναι ιδανική (και δεν το λέμε επειδή μας φιλοξενούν εκεί για τη Menace).

Άλλες συνταγές που έχουμε ξεχωρίσει είναι η IPA της Πατραϊκής Ζυθοποιίας, η Stout της Βόρειας, η Black IPA της Noctua.

Η απάντηση αφορά μικροζυθοποιίες με ιδιόκτητα ζυθοποιεία προφανώς, γιατί αν περάσουμε στους «gypsies» τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Πλέον, δεν μιλάμε για ένα-δυο προϊόντα, αλλά για ολόκληρη την γκάμα του κάθε συναδέλφου νομάδα ζυθοποιού – είτε μιλάμε για τις μικρές ποσότητες που κάνουμε εμείς και η Dark Crops, είτε για μεγαλύτερη παραγωγή, όπως κάνει η Σόλο.

 

  1. Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί τύποι μπύρας, ποιοι είναι οι δικοί σας αγαπημένοι τύποι;

 Ως homebrewers πρωτίστως, θεωρούμε ότι τα είδη είναι κάτι δεσμευτικό. Τις συνταγές που γευόμαστε και που βράζουμε, τις εξετάζουμε από τη σκοπιά των πρώτων υλών. Τι συστατικά έχουν και πώς ο ζυθοποιός εκμεταλλεύεται στον μέγιστο βαθμό τα 4 βασικά συστατικά, ή τι παραπάνω φέρνει στο τραπέζι με την προσθήκη άλλων συστατικών.

Αν πρέπει να μείνουμε στα είδη με την παραδοσιακή έννοια του θέματος, τότε η πορεία μας προδίδει και τα γούστα μας, αφού έχουμε μια ιδιαίτερη αγάπη στον λυκίσκο, και, ως εκ τούτου, σε όποια κατηγορία και να εντάσσονται, πάντα οι πιο hoppy μπύρες χαίρουν υψηλής εκτίμησης. Είμαστε της άποψης ότι οι μπύρες που εστιάζουν στον λυκίσκο αναδεικνύουν και τις ιδιότητες του φυτού σε χαμηλούς αλκοολικούς βαθμούς, γι’ αυτό και είμαστε μεγάλοι φαν των IPA που κρατάνε το αλκοόλ κάτω από το όριο του 7%. Οπότε δεν είναι τόσο το στυλ και πάλι, αλλά οι πρώτες ύλες. Είτε πρόκειται για μια κλασική west coast προσέγγιση με Simcoe, Centennial, Cascade και λοιπές κλασικές ποικιλίες, είτε τα μοδάτα νέα στυλ, όπως οι IPA που έρχονται από την ευρύτερη περιοχή του Βερμόντ, με πιο φρουτώδεις ποικιλίες όπως Mosaic και Galaxy, εναπόκειται στον ζυθοποιό να πάρει από αυτές το μέγιστο που έχουν να προσφέρουν.

Αντιθέτως, ιδιαίτερα βυνώδη είδη που παρουσιάζουν και πολυπλοκότητα, βελτιώνονται όσο ανεβαίνει το αλκοόλ. Συνεπώς, Imperial Stouts ή Barley Wines είναι δυο στυλ -αφού πρέπει να βάλουμε ταμπέλες- που και λατρεύουμε και έχουμε σκοπό να κάνουμε scale up κάποια στιγμή (αφού οι συνταγές υπάρχουν και κάθονται και σκονίζονται σε ένα ράφι στα γραφεία μας).

Με χαρά, τέλος, βλέπουμε τη διάδοση της παλαίωσης σε βαρέλια και της ζύμωσης με βρετανομύκητα, αφού πρόκειται για δύο τεχνικές που εμπλουτίζουν δραματικά το οπλοστάσιο του μερακλή ζυθοποιού.

 

  1. Αν θυμάστε, ποια ήταν η μπύρα που σας έκανε να ασχοληθείτε με την craft σκηνή; 

Θυμόμαστε. Brewdog – Hardcore IPA και Boulevard – Smokestack Series: Double Wide IPA.

 

  1. Υπάρχουν μελλοντικά σχέδια; Και αν ναι, δώστε μας ένα hint.

Πολύ περιληπτικά: Ετοιμάζεται σύντομα το release party της Pubriot IPA, σε κατάλληλο χώρο, με μουσικές από τους Vodka Juniors. Ακόμη, ένα ιβέντ όπου θα αναμετρηθούν η Νυξ με την Darkness Descends, στο Παγκράτι, και θα παίξουμε βρωμόξυλο με τον Φλασάτο. Ακολουθεί βράσιμο του collab μας με τη Σόλο, και στη συνέχεια έχουν δρομολογηθεί οι απαραίτητες κινήσεις για να σκάσει μεγάλη δόση της Menace στην αγορά και να μη σας λείψει ούτε την άνοιξη ούτε το καλοκαίρι.

Τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδιά μας είναι επτασφράγιστα μυστικά και δεν θα δώσουμε ούτε hint ούτε τίποτα.

Άντε, επειδή είσαι εσύ, Άγι, θα σου δώσουμε ένα exclusive: Βάζοντας και εμείς το λιθαράκι μας στην ανοικοδόμηση της χώρας και στην προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, στήνουμε συνεργασία με διακεκριμένο ζυθοποιείο της Γηραιάς Αλβιώνας.

You heard it here first.

 

  1. Μμμμμ… Ενδιαφέρον… Σάτυροι, αισίως φτάσαμε στο τέλος του «βασανισμού» σας. Κλείστε τη συνέντευξη με ένα δικό σας μήνυμα.

Συμβουλή σε όσους αναγνώστες γίνουν κάποια στιγμή διάσημοι: Ποτέ μην απαντάτε βαρετές ερωτήσεις συνέντευξης ξεμέθυστοι.

Bourbon County vs Ardea Insignis…

in Gastronomy by

10/2/17… Μια ξεχωριστή μέρα για τους απανταχού ζυθολάγνους στην Ελλάδα, που -αναντίρρητα- θα χαραχτεί στη μνήμη τους και θα αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων και αναφοράς. Ο λόγος: χάρη στον Anton Fred και τον Φώτη Αναστασίου, κουμπώθηκε στη Local Pub -για πρώτη φόρα σε ελληνικό έδαφος- μια μυθική «μαύρη» κυρία˙ Goose IslandBourbon County Brand Stout 2016 (14.2%), μια Russian Imperial stout, ωριμασμένη σε βαρέλια Bourbon, που συνιστά, όχι αδίκως, το Ιερό δισκοπότηρο των Imperial stout, παλαιωμένων και μη. Ακολουθεί video για την ιστορία της Bourbon County, καθώς και η «ανατομία» αυτής.

Μαύρο χρώμα με ένα λεπτό μπεζ δαχτυλίδι αφρού. Στη μύτη, το Bourbon «φωνάζει», κι ακολουθείται από βανίλια, νότες καρύδας και σκούρων αποξηραμένων φρούτων (κυρίως δαμάσκηνο), με την αλκοόλη να αχνοφαίνεται. Η γεύση είναι γλυκιά και αρκετά κοντά στο άρωμα, ενώ διακρίνουμε και το ξύλο. Το αλκοόλ είναι παρόν, αλλά δεν καίει, και δένει αρμονικά με τη γλυκύτητα της μπύρας. Το σώμα είναι αρκετά γεμάτο, αν και θα το περιμέναμε (ή θα το θέλαμε…) ακόμη πιο πυκνό. Αλλά, ας μην είμαστε σκληροί, η μπύρα είναι σχετικά νέα, συνεπώς δικαιολογείται.

Ωστόσο, οι συγκινήσεις δεν σταματούν εδώ, καθώς ο Anton έφερε και μια πλειάδα από άλλους ποιοτικούς ζύθους, τους οποίους και μοιράστηκε μαζί μας εκείνο το βράδυ, σε όμορφο παρεΐστικο κλίμα, και από τους οποίους ξεχωρίσαμε μια άλλη «Αυτοκρατορική μαυρίλα»: την Ardea Insignis (12%) της Central Waters Brewing Co.

Ο Ερωδιός, λοιπόν, αποτέλεσε τη δεύτερη έκπληξη της βραδιάς (!), και, ως ήταν αναμενόμενο, τέθηκε σε μια back-to-back δοκιμή με την Bourbon County, που έρ(ρ)εε αδιάλειπτα από τη βρύση της Τοπικής.

Κατάμαυρο χρώμα με μπεζ αφρό, που βυθίζεται σύντομα. Βαρύ και έντονο άρωμα Bourbon, που συνοδεύεται από νότες μπισκότου, βανίλιας, καραμέλας βουτύρου και αίσθηση ξύλου, ενώ και το αλκοόλ κάνει αισθητή την παρουσία του. Η γεύση είναι πολύ κοντά στη μύτη, σχεδόν καθαρά γλυκιά, με την προσθήκη της γλυκόριζας, ενώ η αλκοόλη είναι πιο καλά κρυμμένη. Γενικά, το μπέρμπον είναι κυρίαρχο, αλλά όχι ενοχλητικό, και δίνει ένα όμορφα στρογγυλεμένο αποτέλεσμα. Το σώμα είναι εξαιρετικά πλούσιο, κρεμώδες και βελούδινο. Well done! Αξίζει να αναφέρουμε εδώ, ότι η Ardea Insignis ωρίμασε για πάνω από 3 χρόνια μέσα σε 25 ετών βαρέλια μπέρμπον, γεγονός που συνέτεινε στη συνθετότητα του χαρακτήρα της.

Η ετυμηγορία… Από τις πιο ωραίες Bourbon Barrel Aged stout που έχουμε δοκιμάσει, και (για τον γράφοντα), όντας πιο γεμάτη και περίπλοκη, έκλεψε τρόπον τινά την παράσταση από την «επίτιμη καλεσμένη» της βραδιάς, Bourbon County, την οποία, όμως, δεν πρέπει να αδικήσουμε, καθώς, όπως προαναφέραμε, ήταν φρέσκια.

Ευχαριστούμε, Anton και Φώτη… Πάντα τέτοια!

Ιστορίες ζύθου μέρος 3ο…

in Gastronomy by

Στο προηγούμενό μας άρθρο, κάναμε εκτενή λόγο για τρεις βασικούς και δημοφιλείς τύπους μπύρας: IPA, Ρorter, Stout. Στο παρόν, θα ασχοληθούμε με ένα, μάλλον, «χειμερινό» στυλ, που ακούει στο όνομα Barley wine (κρίθινος οίνος).

Ευθύς εξαρχής, ο όρος παραπέμπει στο κρασί, αλλά παράλληλα γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε ένα από τα τέσσερα (4) βασικά συστατικά της μπύρας: το κριθάρι. Στην αρχαία Ελλάδα, πέραν της λέξης «ζύθος» (< ζέω = βράζω, κοχλάζω, θερμαίνω), καθώς η μπύρα είναι προϊόν βρασμού, που απαντά σε κείμενα των γεωγράφων της εποχής (Στράβων, Διόδωρος), χρησιμοποιείτο, με πρώτη αναφορά να γίνεται στον Όμηρο, και όρος «κρίθινος οίνος/οίνος εκ κριθής/ών», αφού πρόκειται για προϊόν ζύμωσης, όπως και το κρασί, με τη διαφορά ότι παράγεται από κριθάρι και όχι σταφύλια. Η πιστή του μετάφραση στην αγγλική γλώσσα έγινε, προκειμένου να περιγράψει μια δυνατή ale μπύρα με αλκοόλ από 8% και πάνω.

Πρώτες καταγραφές του όρου Barley wineMalt wine) γίνονται σε ιστορικά έγγραφα του 18ου αιώνα, όταν οι ζυθοποιοί προσπάθησαν να κερδίσουν και την εύνοια των εραστών του κρασιού, δημιουργώντας πιο πλούσιες και δυνατές μπύρες. Πάμε, λοιπόν, να δούμε τους εκπροσώπους της κατηγορίας.

Old ale. Μια παραδοσιακή βρετανική ale, που αν και δεν φέρει τον τίτλο της κατηγορίας που εξετάζουμε, σχετίζεται άμεσα με αυτόν, καθώς θεωρείται ο ζύθος που προλείανε το έδαφος. Ήταν μπύρες που παράγοντο σε μικρές παρτίδες, εποχικά, συνήθως τον χειμώνα -εξ ου και το αλκοόλ τους-, ενώ συχνά συνόδευαν τον εορτασμό κάποιου γεγονότος. Ζύμωναν σε πιο υψηλές θερμοκρασίες από άλλες δυνατές ale, ώστε να μεταβολιστεί μικρό μέρος των σακχάρων τους, με φυσικό επακόλουθο να είναι σχετικά γλυκιές, και εν συνεχεία, τις άφηναν να ωριμάσουν. Δεν ήταν ασυνήθιστο να τις αναμειγνύουν με άλλες μπύρες πιο χαμηλού αλκοολικού βαθμού, ή να τις παλαιώνουν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (έως και δύο χρόνια), προτού τις καταναλώσουν.

Μια γνήσια Old ale έχει σχετικά βυνώδη χαρακτήρα, που παραπέμπει σε καραμέλα, μελάσα, ξηρούς καρπούς, κέικ φρούτων, όσον αφορά τα αρώματά της· ενώ και η γεύση είναι αρκετά κοντά στη μύτη, με τις γλυκιές νότες της βύνης να είναι σχεδόν κυρίαρχες, και τα αποξηραμένα φρούτα να μην είναι απόντα, ενώ ο λυκίσκος έχει διακριτική παρουσία, αναλόγως της ωρίμασης της εκάστοτε μπύρας. Μέτριο προς πλούσιο σώμα, κεχριμπαρένιο έως καστανοκόκκινο χρώμα, αλκοόλ 6-9%.

Σειρά έχει η English Barley wine, η οποία και αποτελεί την πρωτότυπη Barley wine.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, μια αγγλική Barley wine ήτανκατ’ ουσίαν- μια πιο δυνατή εκδοχή των διάσημων τότε Pale ale και Bitter. Πιο συγκεκριμένα, ζυθοποιεία του Λονδίνου και του Μπάρτον (Burton upon Trent/Burton), ήταν γνωστά για τις Pale ale μπύρες τους, αλλά και για τους πιο «τολμηρούς» τους ζύθους, πρόδρομοι των σημερινών Barley wine, καθώς ήθελαν να ανταγωνιστούν επάξια το κρασί, προσφέροντας ένα προϊόν που θα είχε παρόμοια εμφάνιση με το κόκκινο κρασί, και μια πολύ πιο έντονη αίσθηση βύνης από τις λοιπές μπύρες της εποχής.

Περί το 1903, η ζυθοποιία Bass έβγαλε στην αγορά την πρώτη Barley wine, υπό τον τίτλο ΒassNo. 1 Barley Wine, ως μια απάντηση στα ενισχυμένα κρασιά, Μπράντι (Brandy) και Σέρι (Sherry), όπως τη διαφήμιζαν τότε. Εξαιτίας του πιο «οινώδους» χαρακτήρα της, είχε πιο πολλή απήχηση στην ανώτερη τάξη, ενώ σύμφωνα με την CAMRA (Campaign for Real Ale) ήταν μια εθνική απόπειρα των Βρετανών, που βρίσκονταν σε συνεχείς πολέμους με τη Γαλλία, να μεταστρέψουν τις συνήθειες των συμπατριωτών τους, οι οποίοι επέλεγαν σε μεγάλο βαθμό το γαλλικό Claret (κόκκινο κρασί από το Μπορντό, ή γενικά κρασί με παρόμοιο χαρακτήρα).

Μια αγγλική Barley wine έχει ένα σχεδόν καθαρά γλυκό προφίλ, ευγενική προσφορά της βύνης, με έντονο άρωμα και γεύση σταφίδας, δαμάσκηνου, καραμέλας, μπισκότου, ενώ οι παλαιωμένες εκδοχές φέρουν νότες κρασιού Πόρτο (Port) και Νάμα. Και εδώ ο λυκίσκος φαίνεται ανεπαίσθητα, αν και πάλι έχει να κάνει με την ωρίμαση ή μη της μπύρα ανά περίπτωση. Πλούσιο σώμα και βελούδινη αίσθηση, ενώ ο υψηλός αλκοολικός βαθμός (8-12%) δεν είναι ενοχλητικός, αλλά προσφέρει μια γλυκιά ζεστασιά. Μια περίπλοκη ale, και αναντίρρητα a winter warmer…

Βεβαίως, και η Αμερική δεν θα μπορούσε να μείνει επί μακρόν έξω από το παιχνίδι, αφού έχει αποδείξει (και συνεχίζει να το αποδεικνύει) ότι έφερε την επανάσταση στον χώρο του ζύθου.

Το 1975, η μικροζυθοποιία Anchor Brewing Company (Σαν Φρανσίσκο, Καλιφόρνια) δημιουργεί την πρώτη αμερικανική Barley wine μπύρα, βασιζομένη στις μεθόδους της βρετανικής Bass. Το όνομα αυτής: Οld Foghorn Barley Wine Style Ale, η οποία παράγεται μέχρι σήμερα, αποτελώντας έναν εικονικό εκπρόσωπο της κατηγορίας. Παρότι οι Αμερικάνοι έχουν μια μανία (στα όρια της εξάρτησης…) με τον λυκίσκο, ζυθοποιώντας Barley wine με έντονα hoppy χαρακτήρα, και δίνοντας κάπως λιγότερη έμφαση στη βύνη, η Old Foghorn τείνει πιο πολύ προς την αγγλική παράδοση, όντας πιο βυνώδης και σχετικά γλυκιά, θυμίζοντάς μας ότι δεν χρειάζεται όλα τα είδη της μπύρας να είναι γεμάτα από φρουτώδη και βοτανική πικράδα, που προσφέρει απλόχερα ο αγαπημένος μας λυκίσκος. Όποιος επιθυμεί να γευτεί κάτι τέτοιο, υπάρχουν ουκ ολίγοι άλλοι τύποι ζύθου που θα ικανοποιήσουν τις προτιμήσεις του.

Ως εκ τούτου, μια τυπική Barley wine αλά Αμερικάνα, έχει ως εξής: πλούσια αρώματα βύνης (καραμέλα, σκούρα αποξηραμένα φρούτα) και λυκίσκου (εσπεριδοειδή, άνθη, βότανα), που συνοδεύονται από νότες αλκοόλ. Έντονη και βαριά γεύση, που είναι ανάμεσα στο βασίλειο της γλυκύτητας και το βασίλειο της πικράδας, συνθέτοντας έναν πολύπλοκο χαρακτήρα, που δύσκολα μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο. Συνήθως, γίνεται χρήση λυκίσκων με υψηλά άλφα οξέα, που θα δώσουν αυτό το bitterness kick, εξισορροπώντας τη βυνώδη γλυκύτητα. Στις παλαιωμένες εκδοχές, ο λυκίσκος έχει υποχωρήσει σημαντικά, δίνοντας χώρο στα malty στοιχεία να αναπτυχθούν. Πλούσιο σώμα, αλλά όχι σιροποειδές, με το αλκοόλ να κάνει αισθητή την παρουσία του, δίχως, όμως, να καίει. Χάλκινο-κεχριμπαρένιο έως καστανό χρώμα, αλκοολικός βαθμός 8-15%, ίσως και παραπάνω.

Σε μια «τυφλή δοκιμή» (blind tasting), δεν είναι απίθανο ακόμη και ένας έμπειρος ζυθοπότης να συγχύσει μια American Barley wine για Imperial IPA (ή και το αντίστροφο), δεδομένου ότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά (αίσθηση βύνης/λυκίσκου, σώμα, αλκοόλ), αλλά σε γενικές γραμμές, μια Barley wine έχει πιο πυκνό σώμα και γεμάτη αίσθηση.

Όπως προείπαμε, αλλά αξίζει να το επισημάνουμε, μια Barley wine μπορεί να παλαιωθεί, και δυνητικά να διαμορφώσει ένα ακόμη πιο περίπλοκο ή/και διαφορετικό προφίλ, και αυτό χάρις στην υψηλή συγκέντρωση αλκοόλ και λυκίσκου. Συνεπώς, όσοι επιλέξετε να εισαχθείτε στον μαγικό κόσμο του Κρίθινου οίνου, μην διστάσετε να πάρετε μερικές φιάλες· δοκιμάστε φρέσκια μία, και ανοίξτε ένα νέο μπουκάλι κάθε έξι μήνες, ώστε να βλέπετε την εξέλιξή της. Δεν θα χάσετε…

 

Πριν κλείσουμε το άρθρο μας, αξίζει να κάνουμε μια αναφορά στο νεαρό «αδερφάκι» της Barley wine, τη Wheat wine (σ(ι)ταρένιος οίνος), που, όπως είναι πασίδηλο από το όνομά της, έχει και σιτάρι στη σύστασή της (τουλάχιστον 50%). Η εν λόγω «κυρία» είδε το φως της ημέρας το 1988 στη Rubicon Brewing Company, Καλιφόρνια, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Craft Beer Revolution. Οι μπύρες αυτής της κατηγορίας έχουν μια γλυκύτητα που παραπέμπει σε ψωμί, καραμέλα, και ενίοτε μέλι, φρουτώδεις νότες, χαμηλά επίπεδα πικράδας, και το χρώμα τους εκτείνεται από χρυσαφένιο έως ανοιχτό καστανό. Αλκοόλ 9-14% και γεμάτο σώμα, ενώ συχνά αφήνονται να ωριμάσουν σε δρύινα βαρέλια.

Ιδανικά ποτήρια για την απόλαυση μιας Barley wine είναι το σνίφτερ (snifter) και η τουλίπα (tulip), που χρησιμοποιούνται ευρέως για κονιάκ, ουίσκι και μπράντι, καθώς και το τέκου (teku), ένα ποτήρι που λάνσαραν το 2010 δύο Ιταλοί ειδικοί μπύρας, οι οποίοι ήθελαν να δημιουργήσουν το «ιδανικό ποτήρι ζύθου». Ο λόγος που αυτά τα ποτήρια αποτελούν την πρώτη μας επιλογή, προκειμένου να λάμψει το σύνθετο μεγαλείο μιας Barley wine, βασίζεται στο γεγονός ότι το σχήμα τους επιτρέπει την άφοβη περιδίνηση της μπύρας, καθώς διαθέτουν ευρύχωρη «κοιλιά», ενώ το στενό τους στόμιο συμβάλλει στη διατήρηση του αφρού, και το πιο σημαντικό, στη συγκέντρωση και ανάδειξη των κρυφών της αρωμάτων. Μια δοκιμή θα σας πείσει…

 

 

 

Ιστορίες ζύθου μέρος 2ο…

in Gastronomy by

Στο προηγούμενο άρθρο μας, κάναμε αναφορά σε δύο γερμανικά είδη μπύρας (kolsch, kellerbier), και ένα βελγικό (saison). Aυτή τη φορά, θα ασχοληθούμε με άλλους τρεις τύπους μπύρας, εξαιρετικά προσφιλείς στους ανά τον κόσμο ζυθόφιλους, η καταγωγή των οποίων εντοπίζεται σε Αγγλία και Ιρλανδία. Για πάμε, λοιπόν…

I.P.A. > India Pale Ale. Ευθύς αμέσως, ο όρος παραπέμπει στην Ινδία… Αλλά γιατί;… Ως γνωστόν, η βρετανική αυτοκρατορία είχε μερικές από τις βασικές αποικιακές της κτήσεις εκεί, όταν το 1600 μ.Χ. ίδρυσε τη Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών· είναι, επίσης, γνωστό ότι οι Άγγλοι ήταν (και συνεχίζουν να είναι) δεινοί ζυθοπότες… Ωστόσο, στο εξαιρετικά θερμό κλίμα της Ινδίας ήταν ανέφικτο να παραχθεί μπύρα, και, ως εκ τούτου, έπρεπε να σταλεί το κρίθινο ελιξίριο στις αποικίες, και να καταφέρει να αντέξει το μακρύ, εξάμηνο ταξίδι χωρίς να υποστεί αλλοιώσεις. Το σωτήριον έτος 1780, ένας λονδρέζος ζυθοποιός, Hodgson, έδωσε λύση στο πρόβλημα: εισήγαγε στις pale ale μπύρες του γενναίες ποσότητες λυκίσκου (φυτό, βασικό συστατικό της μπύρας, που συνέβαλλε στη συντήρησή της, και που απεδείχθη ότι είναι «πράσινος χρυσός» για το λαϊκό ποτό), δημιουργώντας έτσι ένα δυνατό και αρωματικό προϊόν, με το τότε όνομα Οctober ale, το οποίο θα ωρίμαζε προηγουμένως (όπως το κρασί) πριν καταναλωθεί. Η μπύρα, όχι μονάχα άντεξε την εξαντλητική διαδρομή, αλλά βελτιώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Κι εγένετο India Pale Ale.

Παρότι ήταν αγαπημένο είδος μπύρας επί μακρώ, η δημοτικότητά του άρχισε να φθίνει με τον ερχομό του φαινομένου της «ψύξης» και των lager. Από το 1976 και πέρα, σημειώνει σημαντική αναβίωση, όταν οι Αμερικάνοι ξαναθυμήθηκαν την αγάπη τους για τη ζυθοποίηση, κι άρχισαν να παρασκευάζουν πολύ πιο «πειραματικές» και «ακραίες» IPA, με σαφώς πιο πικρό και αρωματικό χαρακτήρα, κάτι που οδήγησε στη λεγόμενη Craft beer revolution, και έκτοτε, το τοπίο της μπύρας δεν θα ήταν ποτέ πια το ίδιο.

Κατά συνέπεια, οι IPA διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: English IPA, American IPA (με υποκατηγορίες), Belgian IPA, Imperial/Double IPA, και Black IPA, που είναι κι ο Βενιαμίν οικογένειας, αφού τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η παραγωγή της.

Η πρωτότυπη, βρετανική IPA έχει ένα σχετικά ήπιο αρωματικό και πικρικό προφίλ, στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε φρούτα και βότανα, πάντα, όμως, χωρίς εξάρσεις, ενώ κι η γεύση έχει παρόμοιο χαρακτήρα, στον οποίο προστίθενται βυνώδεις νότες ψωμιού, μπισκότου και καραμέλας. Το αλκοόλ της είναι 4-7.5%, και το χρώμα της κυμαίνεται από χρυσαφένιο μέχρι ανοιχτό χάλκινο, διαυγές ή μη.

15175374_10153905643445124_695332689_n

Το αμερικανικό «αδερφάκι» της είναι, όπως είπαμε, πολύ πιο έντονο από κάθε άποψη. Η μύτη είναι γεμάτη από φρουτώδη, άνθινα και χορτώδη στοιχεία, που παραπέμπουν σε πεύκο, εσπεριδοειδή, αλλά και τροπικά φρούτα, ενώ κι η καραμέλα υπάρχει σε αρκετά δείγματα. Στη γεύση, ο λυκίσκος έχει τον πρώτο λόγο, η πικράδα είναι έντονη, κι εντοπίζουμε κι εδώ φρούτα (εσπεριδοειδή, τροπικά) και, σαφώς, την «πράσινη» αίσθηση των κωνοφόρων. Ο αλκοολικός βαθμός της είναι 5-7.5%, και το χρώμα της από χρυσό έως βαθύ κεχριμπαρένιο..

15228098_10153905643205124_1353376659_n

Κάπου εδώ, αξίζει να αναφέρουμε δύο υπο-κατηγορίες της αμερικανικής εκδοχής: την West coast και την East coast, που ξεπήδησε σχετικά πρόσφατα στην Αμερική, και συνιστά μια φρέσκια άποψη για τις IPA.

15145219_10153905679600124_1168696724_o           15129517_10153905679790124_8560393669304561248_o

Οι West coast είναι καθαρά πικρές και ξηρές, με το πεύκο και τα κωνοφόρα να πρωταγωνιστούν, ενώ και μερικά φρούτα είναι παρόντα. Το αντίπαλον δέος τους, οι East coast, έχουν έναν πιο βυνώδη χαρακτήρα, που τείνει προς τη γλυκύτητα, και βασικό τους ίδιον είναι το φρουτώδες προφίλ τους, που φέρνει στον νου μάνγκο και ανανά, ως επί το πλείστον, ενώ συχνά ακολουθούνται κι από εσπεριδοειδή. Ενδεχομένως, το πιο ιντριγκαδόρικο στοιχείο αυτής της IPA είναι το χρώμα της, καθώς μιλάμε για την απόλυτη θολούρα. Μηδαμινή διαύγεια, και ένα ανοιχτό ως σκούρο πορτοκαλί χρώμα, που σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι πίνεις χυμό. Μιαμ, μιαμ….

Συνεχίζουμε με το βελγικό μέλος της οικογένειας. Παρότι οι Βέλγοι φημίζονται για τις γλυκές, περίπλοκες μπύρες τους, στις επιταγές των καιρών, πειραματίζονται κι αυτοί, προκειμένου να παραγάγουν την δική τους εκδοχή του -ίσως- πιο διάσημου, σύγχρονου τύπου μπύρας.  Μια Belgian IPA δεν έχει σε καμία περίπτωση την πικράδα μιας «υπερβολικής» αμερικανικής, αλλά ούτε τον ήπιο πικρικό χαρακτήρα μιας βρετανικής· αντ’ αυτού, έχει πολύ διακριτικές λουλουδένιες/χλοώδεις/φρουτώδεις (μήλο, μπανάνα) νότες, που σε συνδυασμό με το «ψωμένιο» και πικάντικο υπόβαθρο από τη μαγιά, συνθέτουν μια ραφινάτη, γλυκόπικρη μπύρα, που θυμίζει αρκετά Tripel. Το χρώμα της ανοιχτό χρυσό-κεχριμπαρένιο, διαυγές και μη, ενώ το αλκοόλ της είναι 6.2-10%.

15205564_10153905644170124_331904435_o

Next stop, Imperial/Double IPA. Ο Μεγάλος αδερφός του team τα έχει όλα στον μέγιστο βαθμό: πιο πολύς λυκίσκος, πιο πολλή βύνη, πιο πολύ αλκοόλ. IPA on steroids, θα ήταν ένας αρμόζων χαρακτηρισμός για την εν λόγω «κυρία», κι όχι άδικα. Έντονα και βαριά αρώματα λυκίσκου (κωνοφόρα, τροπικά φρούτα, εσπεριδοειδή), πλούσια αρώματα βύνης (άλλοτε πιο πολύ, άλλοτε λιγότερο), που παραπέμπουν σε σταφίδα, δαμάσκηνο, καραμέλα. Κάποια δείγματα τείνουν πιο πολύ στη γλυκύτητα, με τα σκούρα αποξηραμένα φρούτα να πρωταγωνιστούν, ενώ άλλα είναι «βόμβες λυκίσκου», με ένα καθαρά πικρό και ξηρό προφίλ. Μια Double IPA έχει το πιο βαθύ χρώμα από όλες τις «αδελφές» της, με μια παλέτα που εκτείνεται από χάλκινο μέχρι καραμελένιο, ευγενική προσφορά της βύνης. Aλκοόλη 8-14%, ενίοτε και περισσότερο…

15183819_10153905644345124_954182380_o

Κλείνοντας το IPA κεφάλαιό μας, συναντούμε την Βlack IPA. Ένα υβριδικό στυλ, που ολοένα και κερδίζει έδαφος στον χώρο της μπύρας. Σκεφτείτε μια IPA, η οποία, όμως, έχει ζυμωθεί με σκούρες βύνες (καραμελένιες, σοκολατένιες, μαύρες, τα ποσοστά των οποίων διαφέρουν από μπύρα σε μπύρα), αλλά εξακολουθεί να διατηρεί το βοτανικό, πικρικό προφίλ του λυκίσκου. Ή, μια πιο επιδερμική προσέγγιση, αλλά όχι απολύτως ακριβής: μια πιο hoppy Porter/Stout, κι οι δύο εξέχουσες κατηγορίες μπύρας, για τις οποίες θα κάνουμε λόγο πιο κάτω. Το χρώμα της κυμαίνεται από σκούρο καστανό έως καθαρά μαύρο, ενώ ο αλκοολικός βαθμός είναι 5-10%.

15224728_10153905644325124_2139709299_o          15224753_10153905644155124_709456439_o-1

Εναλλακτικά ονόματα: India Dark Ale, India Brown Ale, India Black Ale, Cascadian Dark Ale, Dark IPA.  

Συνεχίζοντας το κρίθινο ταξίδι μας, παραμένουμε στη Γηραιά Αλβιώνα, και πάμε να γνωρίσουμε ένα άλλο διάσημο είδος μπύρα, την Porter.

Το όνομά της, που φημολογείται ότι το πήρε γύρω στο 1700-1730, το οφείλει στους αχθοφόρους (transporters) του κεντρικού Λονδίνου, οι οποίοι, ως γνήσιοι Βρετανοί, αγαπούσαν την μπύρα, και πιο συγκεκριμένα, τη μ(ε)ίξη τριών διαφορετικών τύπων αυτής: μιας παλιάς/ξινισμένης ale, μιας φρέσκιας, και μιας χαμηλής αλκοολικά. Αυτό το ιδιότυπο blend είχε ως αποτέλεσμα έναν σκουρόχρωμο ζύθο, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, λόγω του υψηλού σχετικά αλκοόλ που περιείχε και της πυκνότητάς του, οδηγούσε εύκολα σε μέθη, ενώ παράλληλα δεν κόστιζε πολύ, κάτι που φάνταζε ιδανική επιλογή για τη λαϊκή τάξη των μεταφορέων της εποχής. Εν τέλει, αυτή η τάση οδήγησε κι επισήμως στη δημιουργία της Porter, όταν ένας ζυθοποιός, εν ονόματι Hardwood, παρήγαγε -περίπου στα 1730- μια μπύρα, βασιζόμενος σ’ αυτόν τον συνδυασμό, κι η οποία διαφημίζετο ότι ήταν πολύ πιο πλούσια και «θρεπτική» από μια «χαλαρή» ale, συνιστώσα που «μιλούσε» κατευθείαν στην καρδιά των αχθοφόρων.

Όπως κι οι IPA, έτσι κι οι Porter έχουν κι αυτές τις δικές τους κατηγορίες: English/Brown porter, Robust porter, Baltic porter.

Οι English porter έχουν έναν αρκετά βυνώδη χαρακτήρα, που παραπέμπει κυρίως σε σοκολάτα, καραμέλα και/ή ξηρούς καρπούς, ενώ ο λυκίσκος έχει διακριτική παρουσία, ίσα-ίσα για να δώσει μια ραφιναρισμένη ισορροπία με την πικράδα του. Πολύ ευκολοπιότες και κάπως γλυκύτερες από τις άλλες «αδελφές» τους, σκούρου καφέ χρώματος με κοκκινωπές ανταύγειες, και αλκοόλ 4-5.5%.

15239353_10153905694250124_959568410_n

Οι Robust porter, όπως μαρτυρά το όνομά τους (robust > δυνατός, ρωμαλέος), είναι πιο «επιθετικές» εκδοχές, στις οποίες η παρουσία του καφέ είναι πιο έντονη, αλλά όχι υπερβολική, ακολουθούμενη από μαύρη σοκολάτα και νότες καραμέλας· η γενικότερη αίσθηση είναι πιο πικρή και ξηρή, ενώ κι εδώ ο λυκίσκος παίζει δευτερεύοντα ρόλο –εκτός κι αν πρόκειται για αμερικανική εκδοχή, οπότε και ο κος Humulus Lupulus είναι σαφώς πιο αισθητός. Το χρώμα κυμαίνεται από βαθύ καστανό ως σχεδόν καθαρά μαύρο, κι η αλκοόλη 5-6.5%. Μια Porter με αρκετά roasty χαρακτήρα.

15138295_10153905695410124_8312270351767353856_o

Οι Baltic porter, που όπως προδίδει η ονομασία τους, τις έστελναν στις χώρες της Βαλτικής, κι οι οποίες επηρεάστηκαν στη συνέχεια από τις Russian Imperial stout, έχουν το πιο βυνώδες προφίλ από τις δύο προαναφερθείσες «κυρίες», κι είναι σχεδόν καθαρά γλυκές: σοκολάτα γάλακτος, καραμέλα, γλυκόριζα, σταφίδα, δαμάσκηνο. Ο καφές είναι απών, και το ίδιο θα λέγαμε ότι ισχύει και για τον λυκίσκο. Καστανό χρώμα, και αλκοόλ 7-10%. Στις βαλτικές χώρες, η παρασκευή τους γίνεται σε χαμηλές θερμοκρασίες, που συνεπάγεται ότι πρόκειται για lager μπύρες, εν αντιθέσει με τις ale συγγενείς τους, ενώ μεγάλη αγάπη τρέφουν για αυτές οι Πολωνοί, Σουηδοί και Φινλανδοί.

15230739_10153905695685124_2422180056345486998_n

Λίγο πιο πάνω αναφέραμε έναν βασικό εκπρόσωπο της Stout οικογένειας, μια καθόλα διάσημη κατηγορία μπύρας, που αποτελεί φυσική εξέλιξη της Porter. Ωστόσο, τι ιστορία κρύβεται πίσω από το αινιγματικό όνομά της;…

Ο όρος «stout» > δυνατός, εύρωστος, ογκώδης- χρησιμοποιείτο αρχικώς, προκειμένου να περιγράψει μια δυνατή μπύρα, ασχέτως κατηγορίας. Εν συνεχεία, και εξαιτίας της μεγάλης ζήτησης που είχαν οι Porter, κάτι που ανάγκασε πολλά ζυθοποιεία να εντάξουν πιο «τολμηρούς» ζύθους στην παραγωγή τους, κατέληξε να περιγράφει τις δυνατές εκδοχές τους, με πιο πυκνό σώμα και πιο υψηλό αλκοολικό βαθμό.

Παράλληλα, το 1817, ο Daniel Wheeler εφηύρε τη μηχανή καβουρντίσματος, η οποία οδήγησε στη δημιουργία της μαύρης βύνης. Ο Ιρλανδός, sir Arthur Guinness, ήταν από τους πρώτους που άρχισαν να κάνουν χρήση αυτού του νέου είδους βύνης, προσθέτοντας στις συνταγές του μικρό μέρος αυτής, πέραν των καθιερωμένων -μέχρι τότε- καραμελένιων, καστανών, σοκολατένιων, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα οι Stout porter του να έχουν ένα χαρακτηριστικό προφίλ, καθαρά μαύρο, με κυρίαρχο το στοιχείο του καφέ, και τη γενικότερη αίσθηση καμένου/ψημένου. Με τον καιρό, αυτό το νέο, επαναστατικό είδος Stout porter μπύρας αυτονομήθηκε από το δεύτερο συνθετικό του, ώστε να γίνει αισθητή η διαφορετικότητά του, και εγένετο Stout.

Όπως πολύ σωστά θα αναμένατε, και οι Stout μπύρες έχουν τις υπο-κατηγορίες τους: Dry/Irish stout, Μilk/Sweet stout, Oatmeal stout, Foreign Extra stout, American stout, Russian Imperial stout.

Οι Dry stout, ίσως ο πιο γνωστός τύπος της οικογένειας, είναι μπύρες με ευδιάκριτο τον χαρακτήρα του καφέ, αλλά δίχως εξάρσεις, εξαιρετικά ευκολόπιοτες και ξηρές, με απαλή πικράδα, σχεδόν υδαρές σώμα, και με πολύ κρεμώδη, συμπαγή αφρό. Αλκοόλ 4-5%.

15107323_10153905728040124_1799901645067283347_n

H γλυκιά μαυρίλα, Milk stout, είναι πασίδηλο ότι έχει «λακτόζη» (σάκχαρο του γάλακτος) -ναι, καλά διαβάσατε-, η οποία, όντας μη ζυμώσιμη από τη μαγιά, δίνει γλυκύτητα και σώμα στην μπύρα, αλλά και θερμίδες… Άρωμα και γεύση σοκολάτας γάλακτος, Milko, ενώ δεν είναι απίθανο να εντοπίσουμε και νότες γλυκού εσπρέσο. Ο λυκίσκος σχεδόν δεν φαίνεται. Αλκοόλ 4-6%.

15224783_10153905729550124_1559051974_o

Στον κόσμο της μαύρης μπύρας υπάρχει -σε μεγάλο βαθμό-  η βρώμη… Enter Oatmeal stout. Μερικοί θα έσπευδαν να σκεφτούν «Μμμ… Κουάκερ με αιθυλική αλκοόλη», όχι άδικα, και παρότι μια Stout με βρώμη δεν θυμίζει και τόσο αυτό το αγαπημένο πρωινό έδεσμα, το προκείμενο σιτηρό δίνει μια λιπαρή, smooth αίσθηση δημητριακών, με ήπια γλυκύτητα, τόνους γλυκού καφέ, που σε συνδυασμό με τον σχετικά χαμηλό αλκοολικό βαθμό (4-6%), καθιστούν τον ζύθο μας καλό υποκατάστατο του συμβατικού πρωινού…

15219595_10153905731240124_1119353063325599144_n

Επόμενος σταθμός: Foreign Extra stout. Ιστορικά, αυτός ο τύπος Stout εξήγετο στις «τροπικές» αγορές, εξ ου κι η εναλλακτική του τότε ονομασία “Tropical stout”. Αρκετά γλυκές, τείνοντας πιο πολύ προς τη bitter/λακτική σοκολάτα, και λιγότερο προς τον καφέ, με νότες γλυκόριζας, κι ενίοτε αποξηραμένα μαύρα φρούτα. Μέτριο προς πλούσιο σώμα, σχεδόν μηδαμινή παρουσία λυκίσκου. Αλκοόλη 5.5-8%.

15168643_10153905732185124_8211946191346793069_o

Το πέμπτο μέλος της οικογένειας, η American stout, είναι μακράν και το πιο hoppy της (έτσι, για να μην παραπονιούνται κι οι hop-heads…)· σε τέτοιον βαθμό, που δεν είναι καθόλου απίθανο να την περάσουν -ακόμη και έμπειροι ζυθοπότες- για Black IPA. Εδώ, οι αμερικανικοί λυκίσκοι κάνουν αισθητή την παρουσία τους, συνθέτοντας μια βοτανική μύτη (χορτάρι, πεύκο), μαζί με «μαύρα» αρώματα (καφές, πικρή σοκολάτα) από τις καβουρδισμένες βύνες. Η γεύση ομοιάζει αρκετά με το άρωμα, με την πικράδα του καφέ να κυριαρχεί, και τον λυκίσκο να ακολουθεί διακριτικά. Μέτριο προς γεμάτο σώμα, αλκοόλ 5-7%.

15192786_10153905732950124_8893357363982953259_n

Russian Imperial stout, η ναυαρχίδα της φαμίλιας. Ο όρος “Russian Ιmperial”εισήχθη στο τέλος του 18ου αιώνα, όταν οι Stout μπύρες είχαν αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα στους κύκλους της ρωσικής μοναρχίας, αφού η Μεγάλη Αικατερίνη ήταν ένθερμος θιασώτης τους, και παρήγγελλε επανειλημμένως μεγάλες ποσότητες για προσωπική της κατανάλωση, αλλά και για τους ανθρώπους της Αυλής. Η λονδρέζικη ζυθοποιία Thrales είχε αναλάβει την εξαγωγή του μαύρου «ζωμού». Παραδοσιακά, οι Russian Imperial stout είχαν υψηλό αλκοολικό βαθμό, ούτως ώστε να μην αλλοιωθούν κατά τη διάρκεια του μακριού ταξιδιού και του δριμέος ψύχους.

15181566_10153905733870124_4933198723117920157_n-1                   15179217_10153905734565124_1490760321070188802_n

Μια καθαρόαιμη RIS είναι η πιο περίπλοκη της Stout κατηγορίας, και από τις πιο σύνθετες μπύρες, εν γένει. Πλούσιο άρωμα και γεύση, που συνίστανται από καφέ, εσπρέσο, σοκολάτα γάλακτος/μαύρη, βανίλια, καστανή ζάχαρη· κι όσο πιο πειραματικός είναι ο εκάστοτε ζυθοποιός, μπορούν να προστεθούν κι άλλα στοιχεία στο μαύρο κάδρο, όπως κεράσι, βύσσινο, βατόμουρο, σταφίδα, καραμέλα βουτύρου, φιστικοβούτυρο, black forest (όχι, δεν κάνουμε πλάκα…), cheese-cake (συνεχίζουμε να μην αστειευόμαστε…). Οι παλαιωμένες εκδοχές -αναλόγως σε τι βαρέλι/για πόσο έχουν ωριμάσει- φέρουν νότες από κρασί Sherry, Port, Bourbon (μπέρμπον), ρούμι. Γλυκόπικρες (άλλες πιο γλυκές, άλλες πιο πικρές), με τον λυκίσκο να είναι σχετικά καλυμμένος, ξεκινούν από 8% και μπορούν να φτάσουν μέχρι και 18%, ίσως και παραπάνω………..

15219366_10153905735680124_8927163492840605394_n

Κάπου εδώ, θα κάνουμε μια παύση, διότι σας γεμίσαμε με πληθώρα πληροφορίων… Until next time, be wise, drink craft…

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιστορίες ζύθου…

in Gastronomy by

Beer, birra, bier, μπύρα, μπίρα, ζύθος…

Ένας πολύχρωμος κόσμος, που έχει να προσφέρει ένα πλήθος συγκινήσεων σε όποιον τολμήσει να βυθιστεί στην περιπλοκότητα της γεύσης και των αρωμάτων του.

Ωστόσο, πώς θα μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε (και να ζητήσουμε) μια μπύρα;… Ας πάμε, λοιπόν, να γνωρίσουμε τις δύο βασικές της κατηγορίες: ale και lager.

Πολύ χονδρικά, η μπύρα τύπου ale, ένας όρος που υπάρχει ήδη από την αρχαιότητα, και συνιστούσε (τότε) ένα ποτό, προϊόν ζύμωσης, αλλά χωρίς την προσθήκη λυκίσκου, έφτασε να σημαίνει μπύρα που ζυμώνει σε υψηλές σχετικά θερμοκρασίες για μικρό χρονικό διάστημα, και στην οποία η μαγιά επιπλέει στην επιφάνεια του γλεύκους κατά τη διάρκεια της ζύμωσης.

Οι lager είναι πολύ μεταγενέστερος τύπος/όρος (19ος αιώνας), που προήλθε από τη γερμανική λέξη lagerung > αποθήκευση, αφού οι ζυθοποιοί αποθήκευαν την μπύρα τους σε σπήλαια, ή σε κελάρια, τα οποία γέμιζαν με πάγο από τις γειτονικές λίμνες και ποτάμια, ώστε να διατηρηθεί το προϊόν τους δροσερό και να έχει μια καθαρή γεύση· ως εκ τούτου, ο προκείμενος τύπος κατέληξε να είναι χαμηλής ζύμωσης, που συνεπάγεται ότι οι μπύρες ζυμώνουν σε χαμηλές θερμοκρασίες για πιο πολύ καιρό απ’ ό,τι οι ale αδελφές τους, κι η μαγιά βυθίζεται στον πάτο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Οι ale διακρίνονται από έναν σύνθετο χαρακτήρα, που παραπέμπει σε φρούτα, βότανα, πικάντικη αίσθηση, ενώ οι lager είναι κάπως πιο ήπιες, εν συγκρίσει, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν να παράσχουν αρωματικές και γευστικές απολαύσεις. Αν νομίζατε ότι κάπου εδώ τελειώνει κι η ιστορία, πλανάσθε πλάνην οικτράν, καθώς τα υπο-είδη κάθε κατηγορίας είναι ουκ ολίγα. Ας «γευτούμε» κάποια από αυτά…

Επισκεπτόμαστε την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, την Κολωνία, όπου βρίσκουμε την ομώνυμη μπύρα kolsch. Πρόκειται για μια πολύ ανοιχτόχρωμη, ξανθιά μπύρα, η οποία ζυμώνεται σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, μέχρι 21˚ C, γεγονός που την κατατάσσει στην ale κατηγορία, ενώ ωριμάζει σε χαμηλές θερμοκρασίες.

15049960_10153868178475124_1273899251_n
Ουσιαστικά, οι μπύρες kolsch αποτελούν την απάντηση των Γερμανών στις βρετανικές pale ale. Όπως οι αγγλικές pale ale προήλθαν από τις brown ale μπύρες τον 19ο αιώνα, όταν η βύνη τύπου «pale» έγινε ευρύτερα διαθέσιμη, έτσι και η kolsch μπύρα αυτονομήθηκε από την alt και απέκτησε τη δική της ύπαρξη. Είναι από τα λίγα είδη μπύρας με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης, παρόμοια με την appellation d’origine contrôlée (Ελεγχόμενη Ονομασία Προέλευσης), που ισχύει για το κρασί, κάτι που συνεπάγεται ότι, όπως η γερμανική κυβέρνηση έχει ορίσει, μονάχα 24 ζυθοποιίες στην περιοχή της Κολωνίας και της άμεσης γειτνίασής της μπορούν νομίμως να αποκαλούν τα προϊόντα τους kolsch.

Αυτά τα ζυθοποιεία σχημάτισαν το 1948 τον επίσημο συνεταιρισμό, Kolsch Σύμβαση (Kolsch Konvention), o οποίος θεσπίστηκε με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της ποιότητας και της ομοιομορφίας της kolsch μπύρας, καθώς και για να αποτρέπει τυχόν παραγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος από επίδοξους μιμητές.

15025390_10153868188535124_525757927626669051_o
Οι kolsch έχουν ένα διαυγές, ξανθό χρώμα, απαλή πικράδα, ελαφρύ σώμα, αλκοόλ 4.4%-5.2%, και συνοδεύονται από μια χαρακτηριστική, ήπια φρουτώδη γεύση, ευγενική προσφορά της μαγιάς, που ζυμώνει σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες. Παραδοσιακά σερβίρονται σε κοντό, κυλινδρικό και στενό ποτήρι των 200ml (stange), και αποτελούν μια δροσιστική πρόταση.
Στη Γερμανία συναντούμε ένα άλλο ενδιαφέρον είδος μπύρας, εν ονόματι kellerbier. Όπως προδίδει ο τίτλος της, η προκείμενη μπύρα ωριμάζει σε θερμοκρασία κελαριού, και πρόκειται για αφιλτράριστη και απαστερίωτη μπύρα τύπου lager.

15003432_10153868179585124_4898861234900442584_o
Η kellerbier είναι μια γευστική lager μπύρα, πιο πλούσια και περίπλοκη από μια τυπική Βαυαρική lager, αλλά με πιο ελαφρύ σώμα και αλκοολικό βαθμό από μια bock. To χρώμα είναι συνήθως θολό, από ανοιχτό έως σκούρο χάλκινο, που προκύπτει από τη γενναία προσθήκη καραμελωμένης βύνης, ενώ μια αυθεντική kellerbier έχει ήπια ενανθράκωση, καθώς παλαιώνεται φυσικά σε ξύλινα βαρέλια. Χάρις σ’ αυτήν τη διαδικασία, το τελικό προϊόν έχει μια ψωμένια γεύση, καθώς και μια απαλή αίσθηση ξύλου, ενώ η ισορροπία ανάμεσα σε βύνη-λυκίσκο είναι ευδιάκριτη και αξιοσημείωτη. Ο αλκοολικός βαθμός είναι, ως επί το πλείστον, μέχρι 5.3-5.5%, και προτείνεται να σερβίρεται σε θερμοκρασία κελαριού, 10-13 ˚C, και όχι πολύ κρύα, καθώς δεν θα αναδειχτούν τα αρώματά της, ούτε ζεστή, κάτι που θα αποτρέψει την μπύρα από το να είναι δροσιστική.

14980738_10153868179385124_981848813550442178_n
Αυτός ο παραδοσιακός τύπος μπύρας, οι ρίζες του οποίου εντοπίζονται στις ζυθοποιίες της Φραγκονίας (ή Φρανκονίας), αποτελεί ένα πολύ καλό απεριτίφ, που παραδοσιακά σερβίρεται πριν από το κυρίως πιάτο για να τονώσει την όρεξη.

Αφήνουμε τη Γερμανία και κάνουμε μια επίσκεψη στο Βέλγιο, και συγκεκριμένα στη νότια περιοχή του, τη γαλλόφωνη Βαλλονία, για να συναντήσουμε έναν άλλον παραδοσιακό τύπο μπύρας, που τα τελευταία χρόνια έχει αναβιώσει, τη saison.

15056291_10153868180245124_7481611034643892227_n
Η μπύρα saison, που ανήκει στην κατηγορία των ale, γεννήθηκε στις αγροικίες της Βαλλονίας, όπου παράγονταν ευρέως τον χειμώνα και την αποθήκευαν μέχρι το καλοκαίρι, εξ ου και το όνομά της «saison», «εποχή» γαλλιστί,  οπότε και καταναλωνόταν από τους εργάτες ως δροσιστικό υποκατάστατο, όταν το νερό δεν ήταν πόσιμο. Με την προοπτική η μπύρα να αντέξει μέχρι τους καλοκαιρινούς μήνες και να μην υποστεί αλλοιώσεις, γενναιόδωρες ποσότητες λυκίσκου και μπαχαρικών προστίθεντο, καθώς έχουν βακτηριοστατικές ιδιότητες. Επειδή η ζυθοποίηση δεν γινόταν σε ασηπτικό περιβάλλον, πολλές ζυμώσεις διαδέχονταν η μια την άλλη, δίνοντας στο τελικό προϊόν μια «άγρια» γεύση και ένα περίπλοκο προφίλ. Κάθε αγρόκτημα είχε τη δική του συνταγή, τεχνική ζυθοποίησης και χλωρίδα, γεγονός που έδινε πολύ διαφορετικές μπύρες από αγροικία σε αγροικία, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία δυσκολία ως προς τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά μιας saison μπύρας.

Ωστόσο, το ζητούμενο από έναν τέτοιον ζύθο ήταν να καταπραΰνει τη δίψα των εργατών, οι οποίοι δούλευαν μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, συνεπώς, μερικά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά διαμορφώθηκαν και, ως εκ τούτου, μία τυπική (τότε) saison έπρεπε να είναι: ξηρή, δροσιστική, και με χαμηλό αλκοολικό βαθμό (3-3,5%).

14955880_10153868179925124_2377163820816208063_n
Δυστυχώς, εξαιτίας του αυξανόμενου -εκείνη την εποχή- ανταγωνισμού από τις εισαγόμενες μπύρες lager, πολλά μικροζυθοποιεία αγροκτημάτων αναγκάστηκαν να κλείσουν, με αποτέλεσμα να γίνει είδος προς εξαφάνιση. Ευτυχώς, κάποιες αγροικίες έγιναν full-time ζυθοποιίες, και σιγά-σιγά αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για αυτές τις μπύρες, ειδικά στη Βόρεια Αμερική (farmhouse ale), όπου θεωρούνται σπεσιαλιτέ.

Ενώ οι saison μπύρες των Βαλλόνων εργατών είχαν, όπως είπαμε, χαμηλό αλκοόλ, 3-3.5%, οι σύγχρονες εκδόσεις τους μπορεί να φτάσουν μέχρι και 8%, ενώ ένα βασικό τους, κατά γενική ομολογία, χαρακτηριστικό είναι η ξηρότητα, με τον λυκίσκο να έχει διακριτική παρουσία, και με πικάντικα στοιχεία και γήινους τόνους από τη μαγιά. Βεβαίως, δεν είναι καθόλου απίθανο να εντοπιστούν αρώματα και γεύσεις φρούτων. Έχουν θολή εμφάνιση, με το χρώμα τους να κυμαίνεται από χρυσαφένιο μέχρι σκούρο κεχριμπαρένιο, ενώ το σώμα τους είναι συνήθως ελαφρύ έως μέτριο.

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν υπάρχουν σαφή όρια ως προς τον αυστηρό προσδιορισμό/πρότυπα μιας saison, καθώς είναι ένα στυλ στο οποίο είναι δυνατόν να γίνουν πολλές προσαρμογές, αναλόγως με τα κέφια του εκάστοτε ζυθοποιού. Αναντίρρητα, μία περίπλοκη μπύρα.

Σύντομα, πάλι μαζί σας με πληροφορίες και για άλλους τύπους μπύρας…

Mikkeller Beer Geek – Vanilla Shake 13% Όταν μπύρα και γλυκό ανταμώνουν…

in Gastronomy by

”Όταν μπύρα και γλυκό ανταμώνουν…”

Σερβίρουμε την μπύρα μας σε ποτήρι teku. Μαύρο χρώμα ολούθε, με αρκετά συμπαγή και κρεμώδη μπεζ αφρό, ο οποίος χάνεται σχετικά γρήγορα, διατηρώντας ένα διακριτικό δαχτυλίδι μέχρι τέλους.

Εντυπωσιακό άρωμα, στο οποίο διακρίνουμε καραμέλα βουτύρου, μπέρμπον (bourbon), βανίλια, σοκολατάκια με γέμιση λικέρ, black forest, κέικ σοκολάτας, Milko. Καθώς ζεσταίνεται η μπύρα μας, ξεπετάγονται μερικές νότες καφέ και σταφίδας. Επίσης, μια ξυλώδης αίσθηση είναι κυρίαρχη. Σύνθετη μύτη, που θυμίζει επιδόρπιο, και μας αφήνει αξιώσεις για τη γεύση.

Γλυκόπικρη, που σβήνει με ένα ήπιο κάψιμο. Αναντίρρητα, αναμέναμε πιο έντονη γλυκύτητα, βασιζόμενοι στη μύτη, αλλά μας την θυμίζει, σε γενικές γραμμές… Εδώ, εντοπίζουμε βανίλια, μόκα, fudge, καπνό, και γλυκόριζα· και καθώς η θερμοκρασία της μπύρας ανεβαίνει, κάποιες αποχρώσεις πιπεριάς ξετυλίγονται, που συνιστούν απρόσμενη έκπληξη. Η βανίλια, αν και δεν ξεχειλίζει, είναι εκεί, not leaving the show, μέχρι την τελευταία γουλιά. Η έρευνά μας προς ανίχνευση αρωμάτων λυκίσκου, απέβησε άκαρπη· σχεδόν παντελής απουσία βοτανικών/φρουτωδών στοιχείων του «πράσινου χρυσού» της μπύρας. Μέτριο προς πυκνό σώμα με μια κολλώδη και βελούδινη υφή. Το αλκοόλ είναι καλά κρυμμένο για 13%, καθιστώντας την μπύρα απατηλά ευκολόπιοτη, και μπορούμε μονάχα να αισθανθούμε μια διακριτική ζεστασιά του, η οποία ευθυγραμμίζεται με τον λοιπό «γλυκό» χαρακτήρα του ζύθου μας, και δένει πολύ όμορφα.

Η ετυμηγορία… Δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι λιγότερο από τον τρελο-Gypsybrewer, Mikkel Borg Bjergsø… Σίγουρα, μια περίπλοκη ale, η οποία θα έχει ένθερμους θιασώτες, ανεξαρτήτως προσωπικού γούστου. Μια Imperial stout, που σε προκαλεί να βυθιστείς στην ηδεία αδιαφάνειά της.

Είσαι αρκετά γενναίος;…

Προτεινόμενοι βαθμοί κατανάλωσης: 10+°C
Προτεινόμενα ποτήρια: snifter, teku, tulip

Go to Top